παραυλώ

παραυλώ
-έω, Α [πάραυλος (II)]
παίζω τον αυλό κοντά σε κάποιον ή σε κάτι ή παράφωνα.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”